ΜΕΣΣΑΡΑ ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ

 ΠΑΙΖΟΥΝ 2 HD TV ΦΤΙΑΞΤΕ ΤΟΝ ΗΧΟ
LIVE STREAMING

ΜΕΓΑ ΧΟΡΗΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟ ΤΣΙΚΟΥΔΙΑΣ ΚΑΠΑΡΙΑΝΑ ΜΟΙΡΩΝ  ΤΗΛ.:6943075959-6978942214


Η Μεσσαρά ειναι πεδιάδα της νότιας Κρήτης στον Νομό Ηρακλείου όπου προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος του ελαιόλαδου του νησιού. Στην περιοχή δεν υπάρχουν τουριστικές εγκαταστάσεις.

Στην Μεσσαρά καλλιεργούνται κυρίως ελαιώνες και λιγότερο αμπέλια και κηπευτικά. Μέρος των προϊόντων που παράγονται, διατίθενται στην εσωτερική αγορά ενώ γίνονται και εξαγωγές ελαιολάδου, φρέσκων σταφυλιών και άλλων προϊόντων στις αγορές της Ευρώπης. Επίσης στην περιοχή εκτρέφεται το αυτόχθον Μεσσαρίτικο άλογο

Η πεδιάδα εκτείνεται από ανατολικά προς δυτικά στη νότια ακτή της Κρήτης. Βόρεια συνορεύει με την οροσειρά του Ψηλορείτη, ενώ νότια με την οροσειρά των Αστερουσίων[4]. Δυτικά βρέχεται από τον ομώνυμο κόλπο της Μεσσαρας, που αποτελεί τμήμα του Λιβυκού πελάγους. O Γεροπόταμος, διασχίζει την πεδιάδα και εκβάλλει στον κόλπο της Μεσσαράς. Δυο παραπόταμοι του είναι ο Κουτσουλίτης και Μάγερας στο δ. Τυμπακίου. Τα τελευταία χρόνια στην περιοχή έχει δημιουργηθεί μια τεχνητή λίμνη,

το φράγμα της Φανερωμένης, με σκοπό την άρδευση ολόκληρης σχεδόν της πεδιάδας. Άλλος κοντινός ποταμός είναι ο Πλατύς, ο οποίος έρχεται από το νομό Ρεθύμνης και εκβάλλει στην Αγία Γαλήνη. Μερικά από τα χωριά που είναι κτισμένα στην κοιλάδα της Μεσσαράς είναι οι Μοίρες, το Τυμπάκι, οι Άγιοι Δέκα, το Ασήμι, ο Πύργος που είναι και έδρες δήμων, καθώς και η Πόμπια, το Πετροκεφάλι, τα Πιστίδια, ο Χάρακας και άλλοι μικρότεροι οικισμοί.
ΜΕΓΑ ΧΟΡΗΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟ ΤΣΙΚΟΥΔΙΑΣ ΚΑΠΑΡΙΑΝΑ ΜΟΙΡΩΝ  ΤΗΛ.:6943075959-6978942214

Στην κοιλάδα της Μεσσαράς βρίσκονται δυο από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους στον κόσμο, η Φαιστός και η Γόρτυνα. Άλλοι λιγότερο γνωστοί αρχαιολογικοί χώροι είναι η Αγία Τριάδα, ο Κομός και τα Μάταλα.

Στην πεδιάδα φιλοξενείται η Γεωργική Έκθεση Μεσσαράς που λαμβάνει χώρα κάθε 2 χρόνια στους Βώρους από το 1988 και αποτελεί πλέον θεσμό για την περιοχή καθώς έχει συνεισφέρει αποτελεσματικά στη γεωργική ανάπτυξη της περιοχής, πράγμα που φαίνεται και από την επιτυχή διεξαγωγή της.
Το αμπέλι, από το οποίο προέρχεται το κρασί έχει σύμφωνα με τους παλαιοντολόγους, προϊστορία πολλών εκατομμυρίων ετών. Πριν ακόμα από την εποχή των παγετώνων ευδοκιμούσε στην πολική ζώνη, κυρίως στην Ισλανδία, στη Βόρεια Ευρώπη αλλά και τη βορειοδυτική Ασία[εκκρεμεί παραπομπή]. Οι παγετώνες περιόρισαν σημαντικά την εξάπλωσή του και επέβαλαν κατά κάποιο τρόπο την γεωγραφική απομόνωση πολλών ποικιλιών, μέρος των οποίων εξελίχθηκαν και σε διαφορετικά είδη. Στην πορεία των χρόνων, διάφοροι πληθυσμοί άγριων αμπέλων μετακινήθηκαν προς θερμότερες ζώνες, κυρίως προς την ευρύτερη περιοχή του νοτίου Καυκάσου. Στην περιοχή αυτή, μεταξύ Ευξείνου Πόντου, Κασπίας θάλασσας και Μεσοποταμίας, γεννήθηκε το είδος Αμπελος η οινοφόρος (λατ. Vitis vinifera). Οι διαφορετικές ποικιλίες αυτού του είδους καλλιεργούνται και σήμερα.

Λευκό κρασί
Η διαδικασία της αμπελουργίας εικάζεται πως έχει τις ρίζες της στην αγροτική επανάσταση και τη μόνιμη εγκατάσταση πληθυσμών με σκοπό την καλλιέργεια, χρονολογείται δηλαδή γύρω στο 5000 π.Χ. Από τους πρώτους γνωστούς αμπελοκαλλιεργητές θεωρούνται οι αρχαίοι Πέρσες, οι Σημιτικοί λαοί και οι Ασσύριοι. Μεταγενέστερα οι γνώσεις αμπελουργίας και οινοποιίας μεταφέρθηκαν στους Αιγύπτιους, τους λαούς της Φοινίκης και τους πληθυσμούς της Μικρασίας και του Ελλαδικού χώρου.
Οι Αρχαίοι Έλληνες έπιναν το κρασί αναμειγνύοντας το με νερό, σε αναλογία συνήθως 1:3 (ένα μέρος οίνου προς τρία μέρη νερού). Διέθεταν ειδικά σκεύη τόσο για την ανάμειξη (κρατήρες) όσο και για την ψύξη του. Η πόση κρασιού που δεν είχε αναμειχθεί με νερό ("άκρατος οίνος") θεωρείτο βαρβαρότητα και συνηθιζόταν μόνο από αρρώστους ή κατά τη διάρκεια ταξιδιών ως τονωτικό. Διαδεδομένη ήταν ακόμα η κατανάλωση κρασιού με μέλι καθώς και η χρήση μυρωδικών. Η προσθήκη αψίνθου στο κρασί ήταν επίσης γνωστή μέθοδος (αποδίδεται στον Ιπποκράτη και αναφέρεται ως "Ιπποκράτειος Οίνος") όπως και η προσθήκη ρητίνης.
Ο τρόπος παραγωγής του κρασιού σε παλαιότερες εποχές δεν διέφερε ουσιαστικά από τις σύγχρονες πρακτικές. Είναι αξιοσημείωτο πως σώζονται ως τις μέρες μας κείμενα του Θεόφραστου, τα οποία περιέχουν πληροφορίες γύρω από τους τρόπους καλλιέργειας. Οι Έλληνες γνώριζαν την παλαίωση του κρασιού, την οποία επιτυγχάναν μέσα σε θαμμένα πιθάρια, σφραγισμένα με γύψο και ρετσίνι. Το κρασί εμφιαλωνόταν σε ασκούς ή σε σφραγισμένους πήλινους αμφορείς, αλειμμένους με πίσσα για να μένουν στεγανοί.
Το εμπόριο των ελληνικών κρασιών απλωνόταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο μέχρι την ιβηρική χερσόνησο και τον Εύξεινο πόντο και αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες. Σε αρκετές πόλεις υπήρχαν ειδικοί νόμοι ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα του κρασιού, αλλά και ενάντια στον ανταγωνισμό και τις εισαγωγές. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η νομοθεσία της Θάσου, σύμφωνα με την οποία πλοία με ξένο κρασί που πλησίαζαν το νησί θα έπρεπε να δημεύονται. Χαρακτηριστικό ήταν το κρασί Δένθις (ίσως το αρχαιότερο κρασί με ονομασία προέλευσης), που παρήγετο στην Δενθαλιάτιδα Χώρα (σημερινή περιοχή Αλαγονίας). Όπως αναφέρει ο Αλκμάν, το περίφημο κρασί Δένθις, ήταν άπυρος οίνος ανθοσμίας (Αλκμάν παρ’ Αθηναίω και Ησύχιος: Ι.31).

Οι Ρωμαίοι ήρθαν σε επαφή με το κρασί από τους Έλληνες αποίκους και τους γηγενείς Ετρούσκους και επιδόθηκαν επίσης στην αμπελοκαλλιέργεια. Με την κατάρρευση της Ρώμης και τις μεταναστεύσεις των λαών η αμπελουργία γνώρισε περίοδο ύφεσης. Σε κάποιες περιοχές η αμπελουργία εγκαταλείφθηκε για αιώνες. Σημαντικό ρόλο στην διάσωση της οινοποιίας είχαν οι κληρικοί και μοναχοί, που χρειάζονταν το κρασί για τελετουργικούς σκοπούς. Την εποχή του Καρλομάγνου και του Μεσαίωνα, η τέχνη του κρασιού γνώρισε ξανά άνθιση.
ΜΕΓΑ ΧΟΡΗΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟ ΤΣΙΚΟΥΔΙΑΣ ΚΑΠΑΡΙΑΝΑ ΜΟΙΡΩΝ  ΤΗΛ.:6943075959-6978942214

Στο Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οι μεγαλύτερες εκτάσεις γης ανήκαν στην εκκλησιαστική περιουσία και οι μοναχοί επωμίστηκαν την καλλιέργεια των αμπελιών καθώς και την παραγωγή του κρασιού. Αυτή την περίοδο μάλιστα πρέπει να εγκαταλείφθηκε και η πρακτική της ανάμειξης του κρασιού με νερό.

Στη Δύση, την ίδια περίοδο, η τέχνη του κρασιού γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Το 16ο αιώνα είχε εξαπλωθεί στην Ισπανία αλλά και στη Γαλλία. Την εποχή αυτή προωθούνται και αρκετές τεχνικές καινοτομίες, όπως η χρήση γυάλινης φιάλης και φελλού. Επιπλέον γίνεται γνωστή η παρασκευή αφρώδους οίνου (όπως για παράδειγμα η σαμπάνια, που αποδίδεται στον Γάλλο βενεδικτίνο μοναχό Περινιόν).